Λευκαδίτικες Ιστορίες

Λευκαδίτικες ιστορίες! Σίγουρα υπάρχουν πολλές, βαθιά κρυμμένες στα κουτάκια του μυαλού μας. Γνωστές και άγνωστες! Ιστορίες γλυκές, πικρές, πικάντικες, καθημερινές! Εδώ, μετά από μια ιδέα του Κώστα Χαλικιά, σας καλούμε να τις μοιραστείτε μαζί μας, για να τις θυμηθούν οι παλαιότεροι και να τις μάθουν οι νεότεροι.

Σάββατο, 22 Μαρτίου 2014

Το δικό μου θαύμα

Της Σπυριδούλας Σ. με καταγωγή από το Νιχώρι.

Σύντομη η αφήγηση, μικρή  ιστορία, αλλά αληθινή! 
Πήγα να επισκεφτώ τους θείους μου για αυτό το λόγο.... να μου πουν καμιά ιστορία, ιστορία από τη Λευκάδα, από τα παιδικά τους χρόνια..
Τυχαία ήταν εκεί το μικρό αγόρι μιας δικής μου ιστορίας, (http://lefkadapatridamou.blogspot.gr/2013/09/blog-post_15.html )και η ξαδέρφη μου , με αποτέλεσμα να γελάμε ασταμάτητα, και το θείο μου να δίνει ρεσιτάλ αλλά ολοκληρωμένη ιστορία να μη λέει.

Ωστόσο πρόλαβε, ανάμεσα στα γέλια, να πει η θεία μου τη δική της ιστορία, μια ιστορία των παιδικών της χρόνων, να περιγράψει με πολύ λίγα λόγια ένα μικρό προσωπικό θαύμα:

"Οι Άγιοι Πατέρες είναι πολύ θαυματουργοί! Έχει μια εκκλησία, που μέσα από το ιερό...., έχει ένα βράχο , που έχει μια λίμπα, μες το βράχο κάνει μια  λεκανίτσα, μια γούβα και μες απ΄το βράχο αναβλύζει αγίασμα. Και έπαιρνε ο κόσμος... Γιορτάζουν πριν των Άγιων Πάντων....αυτό πάει με  το Πάσχα είναι κινητή εορτή....είναι ανάλογα με το Πάσχα...την πρώτη Κυριακή είναι των Αγίων Πατέρων , της Πεντηκοστής και μετά των Αγίων Πάντων.
Και μια χρονιά είχε πέσει ένα μικρόβιο στο μάτι ....στο Νιχώρι ξέρω ...δεν ξέρω αλλού....και ήταν τα παιδάκια του σχολείου καμιά εικοσαριά παιδάκια το μάτι τους πρησμένο και πόναγε πάρα πολύ...και τα πηγαίνανε ..στην Πάτρα ήτανε τότε ...δεν ήτανε στη Λευκάδα, δεν είχε νοσοκομείο στη Λευκάδα. Πήγαν όλα τα παιδάκια , εγώ όμως δεν ήταν ο πατέρας μου εκεί, ήταν οικοδόμος στα χωριά και δε με πήγαν αυτή τη μέρα, θα με πηγαίναν την άλλη μέρα. Και το βράδυ η μάνα μου που μ΄ έβαλε να κοιμηθώ, μου το σταύρωσε με το αγίασμα των Αγίων Πατέρων το μάτι μου και μ΄ έβαλε να κοιμηθώ. το πρωί σκώθηκε να με πάει στην Πάτρα κι εμένα που πήγανε και τα άλλα ...και όπως σκώθηκε και με ξεσκέπασε που είχε κουνουπιέρα, έβαλε μια φωνή..και της λέει ο πατέρας μου..λέει "τι έγινε...λέει πέθανε;"........ Και λέει ...όχι λέει ..έλα να ιδείς....Εγώ ...τα ματάκια ήταν όπως ήταν το καλό ήταν και το πονεμένο..τελείως ξεπρησμένο και γελούσα λέει και έπαιζα. Δεν με πήγαν πουθενά!.....τρίω χρονών..δεν με πήγανε πουθενά. Τα άλλα παιδάκια, τα οποία πήγανε στο νοσοκομείο με αντιβιώσεις και μ΄ αυτά κάνανε ένα μήνα να τους περάσει το μάτι. Και η μάνα μου είχε τάξει μαι λειτουργία τότε και πήγαμε μετά από κάνα δυο χρόνια....με τα πόδια πηγαίναμε ..με τα γαϊδουράκια από το Νιχώρι ίσα πηγαίναμε μέσα από τη Βαυκερή, το Αλέξανδρο και πηγαίναμε...στους Άγιους Πατέρες..... Δεν έχω ξαναπάει και θέλω να ξαναπάω...."

Οπότε πρέπει να την πάω...το καλοκαίρι πια....!


Τρίτη, 25 Φεβρουαρίου 2014

ΑΝΑΜΝΗΣΕΙΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ ΠΟΥ ΜΕΝΟΥΝ

 Του Κώστα Χαλικιά



Στις αρχές της δεκαετίας του 1950 στη γενέτειρά μου τη Λευκάδα έπεφτε πολύ πείνα ειδικά στην πόλη, στα χωριά όμως όλο και κάτι θα είχες να φας, εκεί τουλάχιστον είχες λάδι. Θυμάμαι το 1954-55 που η μάνα μου μάζευε λάχανα και οικονόμαγε κανένα μποτσόνι λάδι από την γριά πεθερά της για να φάμε. Την εποχή αυτή δεν δούλευε ο πατέρας μου , ήταν φαντάρος στην Ελευσίνα. Πήγαινα τότε στην Δευτέρα δημοτικού στο πρώτο σχολείο του Μαρκά. Δασκάλα είχαμε μια χοντρή κυρία που την έλεγαν κυρά Ματίνα. Όλα τα παιδιά λέγανε πως είναι καλή δασκάλα εγώ όμως ποτέ δεν είπα πως είναι καλή, από μέσα μου έλεγα πως είναι κακούργα, όχι γιατί ήμουν κακός μαθητής και με μάλωνε , ποτέ δεν με είχε δείρει με τη βέργα, ποτέ δεν μου είπε πως έχω ψείρες, ποτέ δεν μου είπε πως έχω βρώμα στα αυτιά μου , ποτέ δεν μου είπε να πλένομαι γιατί θα πιάσω κοράτσα, ποτέ δεν μου είπε πως το τετράδιο μου είναι λαδωμένο, τον λόγο που την μισούσα τον περιγράφω παρακάτω.

Μια μέρα μετά το πρώτο διάλειμμα η κυρά δασκάλα μας έφερε στην τάξη κάτι πακέτα που ήταν τυλιγμένα με κάτι πολύχρωμα χαρτιά που είχαν τη σημαία της Αμερικής και πάνω πρέπει να έγραφαν κάτι σαν Μάρσαλ. Άνοιξε η κυρία Ματίνα τα πακέτα και ήταν μέσα τετράδια, μολύβια και γόμες. Ήταν προϊόντα Αμερικανικής βοήθειας. Άρχισε να μοιράζει στα παιδιά ένα τετράδιο , ένα μολύβι και μία γόμα. Όταν έφθασε σε μένα μου λέει , εσύ έχεις δεν θα πάρεις. Εγώ βούρκωσα, έσκυψα το κεφάλι μου, έτρεμα, αλλά δεν έκλαψα. Δεν θυμάμαι καλά από τη στενοχώρια μου και ταραχή αν έκανε το ίδιο με άλλο παιδί, μάλλον το έκανε στον Κουάξ και τον Πατσαλέκο (Παρατσούκλια είναι δεν θυμάμαι τα ονόματά τους) που ήταν φτωχά παιδιά ψαράδων. Αντίθετα θυμάμαι πως έδωσε στον Γιάννη τον Δαμιανή που ήταν χασάπης ο πατέρας του και δεν ήταν φτωχός, έδωσε στον Νίκο τον Ματαράγκα που ο πατέρας του ή ο παππούς του ήταν παππάς και τουλάχιστον είχαν να φάνε, έδωσε στην Φρόσσω τη Χαβρούτσο που ο πατέρας της είχε κεντρικό μεγάλο μαγαζί με αποικιακά και δεν ήταν φτωχή. Αυτά θυμάμαι από τα γεγονότα αυτής της ημέρας.

Στο διάλειμμα πήρα τη σάκα μου και την στενοχώρια μου και έφυγα από το σχολείο και πήγα στο σπίτι μου όπου είπα στη μάνα μου τι είχε συμβεί στο σχολείο. Η μάνα μου κατάλαβε γιατί δεν μου έδωσε και σε μένα η δασκάλα τετράδιο αλλά δεν μου είπε τίποτα, αντίθετα μου είπε να μη στεναχωριέμαι και θα βρούμε και εμείς τετράδιο μολύβι και καινούργια πολύχρωμη γόμα.
Εμείς καθόμαστε τότε δίπλα στην παναγία των Εισοδίων στην αγορά, από την πάνω πλευρά της εκκλησίας κάθονταν ένα ζευγάρι που γνωριζόμαστε πολύ καλά. Η γυναίκα η Ελένη ήταν πεντάμορφη και πολύ κοντούλα ο δε άνδρας της πολύ ψηλός και εργάζονταν στην Πρόνοια, αν θυμάμαι καλά λεγόταν Ράπτη. Όταν η μάνα μου της ανάφερε το περιστατικό του σχολείου την άλλη μέρα το απόγευμα μου έφεραν στο σπίτι δύο ίδια τετράδια δύο μολύβια και δύο πολύχρωμες γόμες σαν αυτές που μοίρασε η κυρά Ματίνα στο σχολείο. Εγώ δεν χάρηκα ούτε τα ήθελα αυτά τα δώρα και ποτέ δεν τα χρησιμοποίησα, τα τετράδια μάλλον έγιναν χεσόχαρτα όταν δεν υπήρχε εφημερίδα στο σπίτι, βλέπεις εκείνη την εποχή δεν υπήρχε το απαλό λευκό χαρτί υγείας, εφημερίδες χρησιμοποιούσαν στις πόλεις και συκόφυλλα στα χωριά.

Μετακομίσαμε από το νησί , πέρασαν πολλά χρόνια, στην τελευταία τάξη του γυμνασίου κατέβηκα στην Αθήνα και γράφτηκα στο Β΄ Αρρένων Αθηνών που ήταν στην Αχαρνών και Χεϋδεν γωνία. Καθόμουν στην Αχαρνών κοντά στην Πλατεία Βάθης , ήταν η εποχή που καθημερινά γίνονταν συλλαλητήρια και έβγαζαν οι πολιτικοί λόγους στα μπαλκόνια. Εγώ σαν νέος που ήθελα να σώσω την Ελλάδα , έτσι νόμιζα ο μαλάκας, ήμουν συνέχεια στις διαδηλώσεις. Ένα βράδυ μιλούσε κάποιος πολιτικός στην Ομόνοια και ξαφνικά γίνεται έφοδος από τη μπασκιναρία να μας διαλύσει , εγώ κρατούσα στη μασχάλη μου μια φραντζόλα ψωμί που είχα αγοράσει από κάποιο φούρνο και όταν με ζύγωσε ο μπασκιναράς πετάω την φρατζόλα και τον κτυπάει στα μούτρα με τη γωνία της, τότε ένα μπουλούκι μπασκιναράδες άρχισε να με κυνηγάει, εγώ τρέχοντας πέρασα μέσα από τη στοά με τα σουβλατζίδικα της Ομόνοιας, περνώ την Πατησίων απέναντι στη στοά Βερανζέρου, βγαίνω στην πλατεία Κάνιγγος και έτρεχα στην Ακαδημίας ενώ από πίσω μου με κυνηγούσε μια ομάδα μπασκιναράδων. Φθάνοντας στην εκκλησία της Ζωοδόχου πηγής στο ξέφωτο μπαίνω τρέχοντας σε ένα στενό που έβγαζε στην Πανεπιστημίου για να ξεφύγω αλλά για κακή μου τύχη το στενό αυτό το είχε κλείσει η μπασκιναρία έτσι με έπιασαν. Όλοι άρχισαν να με κλωτσάνε μέχρι που έπεσα κάτω χάνοντας τις αισθήσεις μου. Όταν συνήλθα λίγο μου ήλθε στο νου μου το περιστατικό με την κυρά Ματίνα που έκανε διάκριση σε μένα και δεν μου έδωσε Αμερικάνικο τετράδιο και τότε κατάλαβα μετά από τόσα χρόνια γιατί μου είπε « εσύ έχεις δεν θα πάρεις».

ΤΟ ΠΑΘΗΜΑ ΤΗΣ ΘΕΙΑ-ΜΑΡΙΩΣ

Από τον Μίμη Κούρτη







ΜΙΑ ΓΕΙΤΟΝΟΠΟΥΛΑ ΕΙΧΕ ΤΟΝ ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΔΙΑΛΟΓΟ ΜΕ ΤΗ ΘΕΙΑ-ΜΑΡΙΩ.

-Ε,θεια-Μαριω τι εχς κι εισαι ετσ μπαρμπλωμεν;
-Ωχ ψχημ π ναθε μην ημνα.
-Τι κβεντες ειν εφτες πλες,ετλος νια ταχτκια γναικα;
-Ο προκομενος ο νκοκυρς μ αλκοτισε.Αποστασα νια ζωη να τ κανω ρεμετια.
-Κι ειναι βαρια θεια-Μαργιω;
-Σκουζ ολ νυχτα πως τ πονει η κλια τ .Τι να καμω η δυστχη π ναθε μην εσωνα να τον
επαιρνα.
-Απο τι τουρτανε οι πον;
-Ωχ ψχημ,παλε εψε εμπεκροπιε στο καφενειο,εφαε κι ενα περιδρομο μεζεδες.κλια ειναι εφτην ως ποτενε θα βασταξ.Τι μ ηβρε τν ερμ και τ πολσκοφντσμεν,π ναθε γενω μπκουνια,παρ π τονε πηρα.
-Αφοτς τονε γνωρζες,γιατι τονε παντρεφτκες;
Εγω δεν το ηθελα.Ο πατερα μ τον ηθελε.Αφε μη τονε σκατλιαρησω κι αφτονε.Κι η κουρβα η μανα μ βρουλιστκε να με ξεφορτωθει
-Δε μποργες να φωναξεις ,να σκουξεις;
-Ακρομασ να σ πω τι γινκε.Ο πατερα μ αφοτς ειγδε κι αποειγδε ακου τι σκαρφιστκε.Τουπε τ νκοκυρ ο τατας μ να με βτηξ και να με φλισ.Ογιος εφιλγε τσουπρα ,επρεπε να τ παντρευτει.Νια μερα πλες που ημνα στν αυλη και σαρωνα,με τσακωσε και μοδωκε ενα φλι,π ναθε τ πεσ ο στομας.Κι ετσ τον επηρα.
-Γου καψερη τι σομελε να παθς.Τ δυστχια τ δκη σ ,να μη τ χρωστης ο θεος σε καμινια.
-Ως να κλεισω τα ματια μ ,θα τοχω μεγαλο καρφι,Δεν ημνα γω για τα μσουδια τ μεθυστακα.
-Ο θεος πουν αγπαν να σ διν δυναμ.Παω κι εγω γιατι αργησα και με τσακισ η μαναμ.
Αει στο καλο ψχημ και στν ευκη μ .Παω κι εγω να τελεφωνησω στο κλερο στ χωρα,να μ στειλ κανα κνινο μη λαχ και γεν καλα τ ασιφταο το κορμι.

Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2014

Της Νεράιδας το κοντρί

"Κάποτε  οι άνθρωποι πίστευαν πολύ στις νεράιδες, που όπως έλεγαν, γύριζαν τη νύχτα στα σταυροδρόμια και στις λαγκαδιές, χορεύοντας, πλένοντας ή γνέθοντας....Μια φορά το λοιπόν μια νεράιδα είχε βάλει ένα μεγάλο κοντρί στο κεφάλι της και πήγαινε να το ρίξει στη θάλασσα. Το κουβαλούσε από πολύ μακριά - είχε μαζί της τη ρόκα της και έγνεθε στο δρόμο. Μα να, λαλήσανε οι κόκοροι και δεν πρόφτασε να το πάει στη θάλασσα. Το άφησε κάτω σιμά στο χωριό Καρυώτες (= το παλιό χωρίο που βρίσκεται ψηλά στον ακατοίκητο λόφο,....). Δίπλα από το κοντρί άφησε και το σφοντύλι από το αδράχτι της. Τα βλέπεις ακόμα και σήμερα - σου λένε. Και το μέρος εκείνο λέγεται από τότε "της νεράιδας το κοντρί" "

Από το βιβλίο: "Τα τοπωνύμια της Λευκάδας" του Τάσου Κοντομίχη

Πέμπτη, 13 Φεβρουαρίου 2014

ΕΝΑ ΑΝΕΚΔΟΤΟ ΑΠΟ ΤΑ ΠΑΛΙΑ

 Του Ηλία Τσάκαλου

 Πριν από χρόνια ένας φίλος μου, καλλιτέχνης και από οικογένεια πολιτευόμενων, μου είχε πει το παρακάτω ανέκδοτο: Πριν από τον πόλεμο, όταν είχαμε εκλογές, ένας διαρκώς πολιτευόμενος τριγύριζε στα χωριά μας και ζητούσε ψήφους από τον κόσμο. Συνήθιζε να παίρνει κοντά του για γραμματικό έναν φίλο του που του είχε εμπιστοσύνη. Τα χρόνια εκείνα η προεκλογική εκστρατεία ήταν μεγάλος άθλος , με το γαϊδούρι, με τα πόδια , χωριό-χωριό. Η εκλογή σε εκείνες τις εκλογές ήταν δύσκολη. Ο δικός μας ωστόσο δεν λογάριασε τίποτε ,πήρε τον γραμματικό του και ξεκίνησε. Οι χωριάτες δεν είχαν ψήφους για χάσιμο και ήταν φανερό ότι θα διάλεγαν μεταξύ του Αλή και του Βελή κι ας ήταν το ίδιο πράμα. Ωστόσο ο δικός μας εκεί, από συνήθεια. Μια Κυριακή πρωί, μετά την εκκλησιά, βρέθηκε και στην Εξάνθεια. Οι Ξαθείτες ,μάρκες του κερατά όλοι, συνεννοημένοι του έλεγαν : -Θα στονε ρίξω κ΄μπάρε -κι΄εγώ θα στονε ρίξω!! -Τι λες ωρέ αυτόνε θα ψ΄φίσω κι όχι το Βαλαωρίτ΄ ,το Σκιαδαρέσ΄ και το Πανάο. -Τι καλό είδατε απ΄ αυτ΄νους; -Τι λες ωρέ αυτόνε θα βγάλ΄με που είναι και Μπρανέλος !! -Αυτόνε για να ξέρ΄με τι μούτρα θα φτύσ΄με!!! Ο δικός μας χαμογελούσε , δε του κακοφαινόντανε και έλεγε του γραμματικού -Γράψε και τον κουμπάρο. Φεύγοντας από το χωριό ο δικός μας ρώτησε τον γραμματικό -Πόσους έχεις γραμμένους ; -Πολλούς . Διαβαίνουνε τους πενήντα !!! -Κράτα τους. -Δεν θα μας ψηφίσει κανένας.!!! Είπε ο γραμματικός που έβλεπε τα πράματα που πάνε. -Κράτα τους γιατί αν μας ψηφίσουνε, θα τους ξέρουμε ,αν δεν μας ψηφίσουνε, θα τους έχουμε γραμμένους!!!!!!!

Τρίτη, 11 Φεβρουαρίου 2014

Παραμύθια και ιστορίες από τα Πλατύστομα

Το νησί μας τελικά, (δεν ξέρω τι συμβαίνει σε άλλα νησιά,) είναι πολύ οργανωμένο στο διαδίκτυο. Σχεδόν κάθε χωριό έχει τον πολιτιστικό σύλλογο του και κάθε σύλλογος, φροντίζει να κρατάει ζωντανή την παράδοση του τόπου μας σε κάθε μορφή της, είτε αυτό λέγεται χορός , είτε έθιμα, είτε λόγος.
Ο Πολιτιστικός σύλλογος Πλατυστόμων "Η Κόκκινη Εκκλησιά", είναι ένας από αυτούς τους συλλόγους! Με μεράκι και αγάπη για τον τόπο τους, τα μέλη και οι διαχειριστές της πολύ ενδιαφέρουσας ιστοσελίδας συλλέγουν και προσφέρουν σε μας, τους απλούς αναγνώστες, ένα πολύ σημαντικό κομμάτι της πολιτιστικής και όχι μόνο ιστορίας του χωριού και της ευρύτερης περιοχής τους. 
Στη σελίδα αυτή μπορούμε να βρούμε αφηγήσεις  με παραμύθια και πραγματικές ιστορίες που είναι θησαυρός!
Μπορείτε να τις διαβάσετε εδώ: Παραμύθια

Ευχαριστώ πολύ την κα Ειρήνη Βονιτσάνου!

Τρίτη, 4 Φεβρουαρίου 2014

Το χάνι του Κατίνη

"Πριν ακόμα γκρεμισθούν τα παληομάγαζα, ιδιοκτησίας Ι. Ναού Αγίου Μηνά, ......, σωζότανε ακόμα το περίφημο χάνι του Θοδωρή Ρομποτή, του γνωστού με το παρατσούκλη Κατίνης.."...."Μια βασική αποστολή των χανιών ήτανε και το τόσο απαραίτητο αλλά και αρκετά συχνό καλίγωμα, όπως λέγανε το πετάλωμα των ζώων. Πάω στο χάνι να καλιγώσει τ΄ άλογο ο αλμπάνης. Αλμπάνηδες λέγανε τότε τους πεταλωτήδες...."

"...Μια φάρσα μας διηγήθηκε ο Κατίνης σε βάρος αγαθού αλλά και τσιγκούνη χωρικού, που του κουβάλησε ένα μικρό πέταλο κι επέμενε να πεταλώσει μ΄αυτό το ζωντανό του. Τον έστειλε στην κοντινή βρύση* , την πρώτη βρύση, αφού τούπε να βάλει κάτω από τη βρύση το πέταλο να...μουσκέψει για να ξεντώσει... Ύστερα από πολύ ώρα μούσκεμα, ενώ οι διάφοροι τύποι της γειτονιάς κάνανε χάζι και γλεντούσανε το θέαμα, ο Θοδωρής φώναξε πως τώρα είναι εντάξει το πέταλο και να το φέρει κι ενθουσιασμένος δήθεν, ενώ φυσικά με κόπο κρατούσε τα γέλια, πήρε το μουσκεμένο πέταλο και ταχυδακτυλουργικά τ΄ άλλαξε μ΄ ένα μεγαλύτερο δικό του που είχε ετοιμάσει και μ΄ αυτό πετάλωσε το ζώο, προς μεγάλη χαρά του αφελούς αγρότη
 γιατί έκανε τη δουλειά του οικονομικά μια και δεν πλήρωσε το πέταλο και που θεώρησε φυσικό το σιδερένιο πέταλο να μαλακώσει στο νερό σαν τις σόλες των παπουτσιών"



*(Η πρώτη βρύση της Χώρας με το κρύο νερό που δεν πρόφθανε να ζεσταθεί όπως στις άλλες βρύσες, κι όπου οι αρκετοί ξενύχτηδες της εποχής, κατά τα χαράματα τα καλοκαίρια, κάνανε τη τελευταία βόλτα τους να πιούνε κρύο νερό απ΄τη βρύση τ΄ Άι-Μηνά).

Από το βιβλίο του Τάκη Μαμαλούκα "Λαογραφικά της Λευκάδας" (εκδ. Σπ. Β. Μαραγκού)


Σχόλιο του κ. Ηλία Τσάκαλου: 
"Τα μαγαζιά του Αγίου Μηνά δεν ήταν παλιομάγαζα. ίσα-ισα. Είχαν αντέξει σεισμους και σεισμούς και ήταν άνετα , πέτρινα και δεμένα με την αρχιτεκτονική του Αγίου Μηνά. Μπορούσαν να εκσυχρονιστούν, αλλά τα γκέμισαν για να φκιάξουν αυτό που βλέπετε σήμερα. Του Κατίνη το Χάνι το πρόλαβα μαθητης και του γυμνασίου. Δεν ήταν ακριβώς χάνι στα χρόνια μας. εκεί έφκιαχνε σαμάρια ο Μπάρμπα Μπάμπης ο Κατωπόδης, ρόδες για κάρα και πετάλωναν και κανένα ζώο κανενός ανοικοκύρευτου χωριάτη. Η Πλάκα που αναφέρει ο Μαμαλούκας ασφαλώς και είναι υπερβολική. Τόσο βλάκα κόσμο δεν απαντούσες ούτε στην Ζαβέρδα (χωριό του Μαμαλούκα) όχι στο παμπόνηρο χωρικό στοιχείο της Λευκάδας. Αυτά."